Σάββατο , 22 Σεπτέμβριος 2018
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ
Home » Κλινική Ψυχολογία » Αγχολυτικά – Υπνωτικά.Τι πρέπει να γνωρίζετε
Αγχολυτικά – Υπνωτικά.Τι πρέπει να γνωρίζετε

Αγχολυτικά – Υπνωτικά.Τι πρέπει να γνωρίζετε

1.       Τι είναι τα αγχολυτικά χάπια και πότε χορηγούνται?

 Τα αγχολυτικά φάρμακα ανήκουν στην κατηγορία των φαρμάκων που ενδείκνυνται για την θεραπεία των αγχωδών διαταραχών όπως η διαταραχή γενικευμένου άγχους, η διαταραχή πανικού καθώς και σε αγχώδεις εκδηλώσεις στα πλαίσια φοβιών, καταθλιπτικών ή και ψυχωτικών εκδηλώσεων. Ο κύριος σκοπός της θεραπείας με τα συγκεκριμένα σκευάσματα είναι η μείωση των συμπτωμάτων του άγχους του πάσχοντος ατόμου. Το άγχος μπορεί να εκδηλωθεί ως αντίδραση σε πιεστικές καταστάσεις αλλά και στα πλαίσια νοσολογικών οντοτήτων όπως η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή, η διαταραχή πανικού, οι ψυχώσεις ή η κατάθλιψη όπου το άγχος δεν μπορεί να συνδεθεί εμφανώς με κάποιον εξωτερικό εκλυτικό παράγοντα. Μια άλλη περίπτωση κατά την οποία χρησιμοποιούνται τα αγχολυτικά (οι βενζοδιαζεπίνες) είναι για την μείωση των στερητικών συμπτωμάτων από την διακοπή εξαρτησιογόνων ουσιών (αλκοόλ).

2.       Ποιο είναι το κατάλληλο για μένα?

 Σύμφωνα με τα συμπτώματα και το ιατρικό/ψυχιατρικό ιστορικό του κάθε ατόμου, χορηγείται και το κατάλληλο φάρμακο. Για παράδειγμα  ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανίζει εκτός του άγχους και έντονη αϋπνία ή/και σωματικά συμπτώματα, κάποιος άλλος μόνο ήπιες αγχώδεις αντιδράσεις σε πιεστικές καταστάσεις ενώ κάποιος άλλος αγχώδεις εκδηλώσεις στο πλαίσιο ψύχωσης ή κατάθλιψης, πράγμα που αλλάζει τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Επίσης είναι πολύ σημαντική η αλληλεπίδραση των αντικαταθλιπτικών με άλλα φάρμακα και πολλές φορές επικίνδυνη πράγμα που σημαίνει ότι δεν παίρνουμε ποτέ αγχολυτικά  ή υπνωτικά χάπια που μας συστήνουν φίλοι ή γνωστοί χωρίς τη γνώμη ψυχιάτρου.

3.       Κατηγορίες αγχολυτικών

Τα αγχολυτικά χωρίζονται σε βενζοδιαζεπινικά και μη βενζοδιαζεπινικά. Η διαφοροποίηση συνίσταται στον μηχανισμό δράσης στους υποδοχείς του εγκεφάλου, καθώς οι βενζοδιαζεπίνες ενισχύουν την δράση του κατασταλτικού νευρομεταβιβαστή γ-αμινοβουτιρικού οξέως (GABA), ενώ τα μη βενζοδιαζεπινικά έχουν διαφορετικό μηχανισμό δράσης.

Οι βενζοδιαζεπίνες έχουν αντιαγχώδη, αντισπασμωδική, μυοχαλαρωτική και υπνωτική δράση. Θεωρούνται φάρμακα εκλογής για την θεραπεία του άγχους τουλάχιστον σε ό, τι αφορά την άμεση αντιμετώπιση των αγχωδών συμπτωμάτων. Λόγω των δράσεών τους χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της αϋπνίας, της στέρησης αλκοόλ, των κρίσεων πανικού, του γενικευμένου άγχους, των επιληπτικών κρίσεων, της μυϊκής τάσεως και των μυϊκών σπασμών. Εκτός των περιπτώσεων αυτών χρησιμοποιούνται και σε περιπτώσεις σωματικών νόσων όπου το άγχος επιδεινώνει την συμπτωματολογία όπως η αρτηριακή υπέρταση, η ελκώδης κολίτιδα και η στεφανιαία νόσος.

  • Διαζεπάμη (Stedon, Diazepam, Stesolid, κ.α.)
  • Χλωροδιαζεποξίδη (Oasil, κ.α.)
  • Χλωραζεπάτη (Tranxene)
  • Λοραζεπάμη (Tavor, Dorm, Trankilium, κ.α.)
  • Αλπραζολάμη (Xanax, Saturnil, Alprazolam, κ.α.)
  • Βρωμαζεπάμη (Lexotanil, Notorium, κ.α.)
  • Κλοναζεπάμη (Rivotril)

Τα μη βενζοδιαζεπινικά αγχολυτικά περιλαμβάνουν την:

  • Βουσπιρόνη (Bespar, Anchocalm, κ.α.). Δρα στους υποδοχείς σεροτονίνης τύπου 1α. Έχει το πλεονέκτημα ότι δεν προκαλεί καταστολή καθώς έχει μόνο αγχολυτική δράση αλλά και το μειονέκτημα ότι απαιτεί την χορήγηση τουλάχιστον δύο εβδομάδων μέχρι την εμφάνιση δράσης. Ως παρενέργειες παρουσιάζει: ζάλη, ναυτία, κεφαλαλγία, ευερεθιστότητα, διέγερση.
  • Βαρβιτουρικά (Gardenal κ.α.). Χρησιμοποιούνταν ως αγχολυτικά κατά το παρελθόν, πριν την ανακάλυψη των βενζοδιαζεπινών. Σήμερα αποφεύγονται λόγω των αυξημένων τους παρενεργειών.
  • β-Αναστολείς (Inderal, κ.α.). Δρα στους βήτα αδρενεργικούς υποδοχείς. Είναι αποτελεσματικοί στις σωματικές εκδηλώσεις του άγχους όπως το αίσθημα παλμών. Πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με βρογχικό άσθμα.
  • Τιαγκαμπίνη (Gabitril). Δρα στους υποδοχείς GABA. Η κύρια ένδειξή του είναι ως αντιεπιληπτικού. Θεωρείται αποτελεσματικό και στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή. Χρειάζεται διάστημα τουλάχιστον δέκα ημερών μέχρι την εμφάνιση δράσης. Έχει ως παρενέργειες: ζάλη, κόπωση, νευρικό τρόμο, διάρροια, καταθλιπτική διάθεση και συναισθηματική ευμεταβλητότητα.
  • Υδροξιζίνη (Atarax, Iremofar). Η κύρια δράση του είναι η αντιισταμινική. Έχει και αγχολυτικές ιδιότητες και μπορεί να χορηγηθεί στην γενικευμένη αγχώδη διαταραχή.
  • SSRIs (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης – Zoloft, Dumyrox, Seropram, Ladose, κ.α.). Η κύρια δράση τους είναι αντικαταθλιπτική. Χρειάζονται χορήγηση άνω των δύο εβδομάδων μέχρι την εμφάνιση δράσης. Χρησιμοποιούνται στην θεραπεία χρόνιων αγχωδών διαταραχών όπως η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή.

ΥΠΝΩΤΙΚΑ

Α) Βενζοδιαζεπινικά:

Έχουν και αυτές τις ίδιες δράσεις όπως και οι άλλες βενζοδιαζεπίνες με σχετικά πιο έντονη την υπναγωγική.

  • Φλουνιτραζεπάμη (Hipnosedon, Vulbegal, κ.α.)
  • Τεμαζεπάμη (Normison)
  • Λορμεταζεπάμη (Loramet)

Β) Μη βενζοδιαζεπινικά:

Δρουν στους υποδοχείς GABA1. Δεν έχουν αγχολυτική ή μυοχαλαρωτική δράση. Υπάρχει η πιθανότητα εμφάνισης αμνησίας την επόμενη ημέρα ή ζάλης. Σε περιπτώσεις κατάχρησης έχει παρατηρηθεί η εμφάνιση ανοχής και εξάρτησης.

  • Ζολπιδέμη (Stilnox)
  • Ζαλεπλόνη (Sonata)
  • Ζοπικλόνη (Imovane)

4.     Ανεπιθύμητες ενέργειες

Μια από τις πιο σημαντικές παρενέργειες των βενζοδιαζεπινικών αγχολυτικών είναι η καταστολή η οποία είναι επιθυμητή όταν επιζητούμε υπναγωγό δράση αλλά ανεπιθύμητη όταν εκδηλώνεται ως υπνηλία κατά την διάρκεια της ημέρας. Άλλες παρενέργειες είναι η ελάττωση της συγκέντρωσης, η ελαφρά αμνησία, η κατάθλιψη, η άρση αναστολών, η διέγερση, η επιδείνωση της αϋπνίας που οφείλεται σε αποφρακτικά αναπνευστικά αίτια και η εξάρτηση.

5.    Ευαίσθητες κατηγορίες στην χρήση αγχολυτικών

  • Οι ηλικίες άνω των 65 ετών
  • Άτομα με άνοια ή νοητική υστέρηση (αυξημένος κίνδυνος σύγχυσης ή άρσης αναστολών και διέγερσης – παράδοξης δράσης)
  • Γυναίκες σε περίοδο εγκυμοσύνης και θηλασμού
  • Παιδιά και έφηβοι
  • Άτομα με διαταραχές ύπνου αποφρακτικής αναπνευστικής αιτιολογίας
  • Άτομα με ιστορικό εξάρτησης από φάρμακα ή ουσίες

 6.   Στερητικά Συμπτώματα

Τα αγχολυτικά χάπια και συγκεκριμένα οι βενζοδιαζεπίνες προκαλούν σωματική εξάρτηση και εθισμό. Μετά από μακροχρόνια χρήση άνω των δύο μηνών σε σταθερές ημερήσιες δόσεις για να επιτευχθεί το ίδιο θεραπευτικό αποτέλεσμα χρειάζεται αύξηση της δόσης (εθισμός). Η απότομη διακοπή των βενζοδιαζεπινών οδηγεί στην εμφάνιση στερητικού συνδρόμου το οποίο περιλαμβάνει: άγχος, αϋπνία, υπερευαισθησία στο φως και τους θορύβους, ταχυκαρδία, τρόμο, κεφαλαλγία, εφίδρωση, επιληπτικούς σπασμούς και λαχτάρα για το φάρμακο. Είναι σημαντικό οποιαδήποτε μεταβολή στη δοσολογία να γίνεται με οδηγία του θεράποντος ψυχιάτρου.

Share...Share on Facebook
Facebook
267

Comments are closed.

Scroll To Top