Σάββατο , 22 Σεπτέμβριος 2018
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ
Home » Κλινική Ψυχολογία » Οι νεότερες προσεγγίσεις για τη διπολική διαταραχή
Οι νεότερες προσεγγίσεις για τη διπολική διαταραχή

Οι νεότερες προσεγγίσεις για τη διπολική διαταραχή

Ιστορικά η μανία και η κατάθλιψη θεωρούνται οι δυο ακραίοι πόλοι ενός συναισθηματικού συνεχούς, όπου η κανονική διάθεση βρίσκεται κάπου στη μέση. Ο όρος μανιοκαταθλιπτική παραφροσύνη  χρησιμοποιήθηκε το  1921 από τον Κraepelin  ενώ  από τα μέσα της δεκαετίας τους 1970  ο Kendell εισήγαγε τον όρο διπολική διαταραχή.

Η διπολική διαταραχή  είναι μια χρόνια διαταραχή της διάθεσης όπου κύριο χαρακτηριστικό της είναι η συναισθηματική ταλάντευση  μεταξύ της μανίας και της κατάθλιψης. Η διαταραχή αυτή συνήθως εμφανίζεται κατά την ενηλικίωση χωρίς να αποκλείεται η εμφάνιση της σε παιδιά και εφήβους.

Μπορεί η κατάθλιψη να είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της μανιοκατάθλιψης αυτό όμως που την προσδιορίζει ως διαταραχή είναι η μανία, η οποία μετά από την εμφάνιση ενός ή πολλών καταθλιπτικών επεισοδίων σηματοδοτεί διαγνωστικά την εκδήλωση της διπολικής διαταραχής. Η ηπιότερη μορφή της μανίας ονομάζεται υπομανία. Οι εναλλαγές διάθεσης στην διπολική διαταραχή μπορεί να είναι απότομες και είναι πιθανόν να ταλαντώνονται από το ένα άκρο στο άλλο. Με βάση κυρίως την ένταση των συμπτωμάτων η μανιοκατάθλιψη μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις  κατηγορίες.

  •         Στην διπολική διαταραχή τύπου ένα (Ι), όπου κύριο χαρακτηριστικό είναι ένα ή περισσότερα μανιακά επεισόδια, με ή χωρίς την προηγούμενη παρουσία ενός μείζονος καταθλιπτικού επεισοδίου.
  •          Στην διπολική διαταραχή τύπου δυο (ΙΙ), όπου ένα ή περισσότερα μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια συνοδεύονται από τουλάχιστον ένα ή περισσότερα επεισόδια υπομανίας.
  •          Στην κυκλοθυμία, όπου κύριο χαρακτηριστικό είναι οι εναλλαγές της διάθεσης με συμπτώματα υπομανίας και κατάθλιψης.

Επειδή το φάσμα της διάθεσης αυτών που πάσχουν από μανιοκατάθλιψη είναι αρκετά διευρυμένο, πολλά από τα συμπτώματα των ασθενών δεν εμπίπτουν σ αυτές τις τρεις κατηγορίες γι αυτό και υπάρχουν αρκετές υποκατηγορίες που τις συνοδεύουν.

Στο πρόσφατο διαγνωστικό εγχειρίδιο (DSM-V)  υπήρξαν μικρές διαφοροποιήσεις στα διαγνωστικά κριτήρια κυρίως της μανίας και της υπομανίας όπου εκτός από διάθεση δίνεται έμφαση συγχρόνως και στις αλλαγές τόσο στη δραστηριότητα όσο και στην ενέργεια του ασθενή.

Αν και η μεταβλητότητα των μανιακών συμπτωμάτων είναι μεγάλη, σε γενικές γραμμές κάποια απ αυτά περιλαμβάνουν:

  • αύξηση της ενέργειας, των δραστηριοτήτων και ανησυχία
  • ευφορία και υπερβολική αισιοδοξία
  • ακραία ευερεθιστότητα
  • αφηρημάδα και έλλειψη συγκέντρωσης
  • μειωμένη ανάγκη για ύπνο
  • μη ρεαλιστικές πεποιθήσεις που αφορούν τις ικανότητες, τις  δυνατότητες και τις ιδέες
  • κακή κρίση, απερίσκεπτη συμπεριφορά ( πχ. γρήγορη οδήγηση)
  • προκλητική, ενοχλητική ή επιθετική συμπεριφορά
  • Υπερσεξουαλικότητα, ακραία και ασυγκράτητη οικονομική σπατάλη και κακοδιαχείριση
  • Άρνηση  για ότι κάτι κακό συμβαίνει

Τα υπομανιακά επεισόδια επειδή συνήθως στερούνται της έντασης και της δυσφορίας ενός μανιακού επεισοδίου πολλές φορές δεν αναγνωρίζονται από τους ασθενείς  και λανθασμένα βιώνονται ως κύματα ενέργειας με θετικό αντίκτυπο σε παραγωγικούς  και δημιουργικούς τομείς και άλλες δραστηριότητες της ζωής του ατόμου. Η διάρκειά  και η συχνότητα των μανιακών και υπομανιακών επεισοδίων ποικίλουν αρκετά από άνθρωπο σε άνθρωπο και συνήθως, όχι πάντα, εναλλάσσονται με περιόδους κατάθλιψης ή περιόδους διακυμάνσεων της διάθεσης ή και με την μορφή μεικτών επεισοδίων .

Τα μεικτά επεισόδια μανίας ή υπομανίας και καταθλιπτικών συμπτωμάτων είναι αρκετά συχνά, περίπου τέσσερα από τα δέκα επεισόδια μανίας στην διπολική διαταραχή έχουν μεικτά χαρακτηριστικά. Στα μεικτά επεισόδια το μείγμα το συμπτωμάτων  συνήθως διαφέρει σε ένταση, συχνότητα και διάρκεια από ασθενή σε ασθενή, αυτό όμως που τα χαρακτηρίζει είναι τα καταθλιπτικά συμπτώματα στη μέση της μανίας. Τα συμπτώματα ενός μεικτού επεισοδίου μπορεί να περιλαμβάνουν σωματική διέγερση, δυσκολία στο ύπνο, αλλαγή στην όρεξη, αυτοκτονικές σκέψεις και πολλά άλλα για παράδειγμα το άτομο μπορεί να έχει λυπημένη διάθεση  αλλά σωματικά να  κατακλύζεται από ενέργεια.

 Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της διπολικής διαταραχής είναι η κατάθλιψη γι’ αυτό και οι ασθενείς  συνήθως  περνούν περισσότερο χρόνο σε καταθλιπτική φάση απ’ ότι σε μανιακή και υπομανιακή. Τα συμπτώματά κατά την διάρκεια της καταθλιπτικής φάσης είναι λιγότερο μεταβλητά, αυτό που διαφέρει συνήθως  από ασθενή σε ασθενή είναι ο βαθμός  και η διάρκεια τους. Ενδεικτικά κάποια απ’ αυτά είναι:

  • ·         διαρκής λύπη, άγχος , έλλειψη διάθεσης
  • ·         αισθήματα απόγνωσης και απαισιοδοξίας
  • ·         αισθήματα ενοχής, αναξιότητας ή ανικανότητας
  • ·         απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης για δραστηριότητες που κάποτε απολάμβανε (σεξ)
  • ·         μειωμένη ενέργεια , αισθήματα κούρασης , σωματική ‘επιβράδυνση’
  • ·         δυσκολία στην συγκέντρωσή,στην λήψη αποφάσεων,στην μνήμη, πνευματική ‘επιβράδυνση’
  • ·         μειωμένη αποφασιστηκότητα, υποχονδριακές σκέψεις
  • ·         αϋπνία, υπερυπνία, δυσκολία  στην διατήρηση του  ύπνου
  • ·         αλλαγή στην όρεξη, απώλεια ή απόκτηση βάρους
  • ·         χρόνιος πόνος  ή άλλα σωματικά συμπτώματα τα οποία δεν οφείλονται σε κάποια ασθένεια ή τραυματισμό
  • ·         σκέψεις και ιδέες για τον θάνατο ή την αυτοκτονία, απόπειρες αυτοκτονίας.

Η καταθλιπτική φάση της διπολική διαταραχής έχει πολλά κοινά στοιχειά με την μείζονα καταθλιπτική διαταραχή υπάρχουν όμως μικρές διαφοροποιήσεις, για παράδειγμα η ψυχοκινητική επιβράδυνση και η υπερυπνία, εμφανίζονται ως χαρακτηριστικά, εντονότερα στην καταθλιπτική φάση της διπολικής διαταραχής.

Όσον αφορά την κυκλοθυμία αυτή χαρακτηρίζεται από εναλλαγές στην διάθεση μεταξύ υπομανίας και ηπιότερης μορφής κατάθλιψης σε σχέση με  αυτή που συναντάται στη διπολική διαταραχή τύπου ένα και δυο. Περίπου το ένα τρίτο των ατόμων που πάσχουν από κυκλοθυμία είναι πιθανόν να αναπτύξουν διπολική διαταραχή τύπου ένα ή δυο τα επόμενα χρόνια.

Η διπολική διαταραχή είναι παρούσα στην ζωή των ανθρώπων εδώ και αιώνες  και παρότι επιστημονικά περιγράφεται εδώ και αρκετές δεκαετίες ως και σήμερα αποτελεί διαγνωστικά μια πρόκληση ακόμη και για τους εμπειρότερους επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Ακόμη και σήμερα ασθενείς με διπολική διαταραχή λαμβάνουν λανθασμένη διάγνωση, περίπου ένας στους πέντε ασθενείς  διαγιγνώσκεται με διπολική διαταραχή  με την πρώτη αξιολόγηση. Η κυρία διαγνωστική δυσκολία έγκειται στη διαφοροποίηση της διπολικής διαταραχής από την μείζονα καταθλιπτική διαταραχή εξαιτίας του γεγονότος ότι πολλοί ασθενείς παρουσιάζονται στον ειδικό κατά τη διάρκεια ενός καταθλιπτικού επεισοδίου αγνοώντας ή μη θεωρώντας τα μανιακά ή υπομανιακά συμπτώματα  της νόσου. Επίσης μια σειρά ιατρικών ασθενειών και ψυχικών διαταραχών μπορεί να συνυπάρχουν ή  να μιμούνται συμπτώματα της διπολικής διαταραχής. Για παράδειγμα  η σχιζοφρένεια, η σχιζοφρενικόμορφη, η μετατραυματική διαταραχή άγχους, η κατάχρηση ουσιών καθώς και άλλες διαταραχές  της προσωπικότητας μπορεί να συνυπάρχουν με την διπολική διαταραχή τύπου δυο ή συμπτωματικά να την μιμούνται.

Επίσης μανιακά επεισόδια μπορεί να οφείλονται σε ιατρικές παθήσεις όπως  ερυθηματώδης λύκος, έιτζ, εγκεφαλικά επεισόδια, θυρεοειδής καθώς και άλλες παθήσεις, γι’ αυτό είναι σημαντικό να προηγούνται ιατρικές εξετάσεις πριν την οποιαδήποτε διάγνωση(νευρολογικές , ενδοκρινολογικές κ.α)  ώστε να αποκλείσουν άλλες αιτίες των διαταραχών της διάθεσης.

Παρά τις διαγνωστικές δυσκολίες οι ειδικοί έχουν μια σειρά διαγνωστικών εργαλείων στην φαρέτρα τους. Η εξέτασης της νοητικής κατάστασης του ασθενή (MSE) είναι μια βασική συνιστώσα στην αξιολόγησης της ψυχικής υγείας. Κατά την διάρκεια της αξιολόγησης  εξετάζονται σημαντικά χαρακτηριστικά όπως η γενική εικόνα, η εμφάνιση και η συμπεριφορά του ασθενή, η ομιλία του, η στάση και η κίνηση του σώματος αλλά και η επικοινωνία και η επαφή με τον ειδικό και τους άλλους. Επίσης υπάρχουν διαγνωστικά εγχειρίδια (DSM V, ICD 10) και ερωτηματολόγια που συμβάλουν στη διάγνωση. Προσφάτως, ερευνητές μέσα από μεθόδους νευροαπεικόνισης (μαγνητική τομογραφία, ηλεκτροεγκεφαλογράφημα) έχουν παρατηρήσει διαφορές στη δομή και λειτουργία ορισμένων περιοχών του εγκεφάλου ασθενών με διπολική διαταραχή, προς το παρόν όμως δεν υπάρχουν αξιόπιστα συμπεράσματα και ο ρόλος τους περιορίζεται στο να αποκλείει άλλες ιατρικές παθήσεις. Η διπολική διαταραχή έχει ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας και νοσηρότητας  κάτι που καθιστά τη σωστή διάγνωση αναγκαία για την σωστή αντιμετώπιση της.

Τα αίτια που προκαλούν τη διπολική διαταραχή διαχέονται σε πολλά επίπεδα. Ερευνώντας το οικογενειακό ιστορικό των ασθενών φαίνεται η διπολική διαταραχή να έχει γενετικό υπόβαθρο μιας και φαίνεται να ‘τρέχει’ μέσα στην οικογένεια. Έχουν διεξαχθεί έρευνες για να αναγνωριστούν γενετικοί παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση της διπολικής διαταραχής, προς το παρόν δεν έχει αναγνωριστεί συγκεκριμένο γονίδιο που να ευθύνεται όμως ερευνάται μια σειρά γονιδίων (TPH2,CACNA1C,D4,SLC6A3) και ο  επιβαρυντικός ρόλος τους. Σε βιοχημικό επίπεδο οι έρευνες  επικεντρώνονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα  και ειδικότερα στην  δραστηριότητα συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών (σεροτονίνη, ντοπαμίνη, νορεπινεφρίνη, ακετυλοχολίνη, γλουταμικό οξύ, γ-αμινοβουτιρικό οξύ). Επίσης υπάρχουν ενδείξεις ότι άλλοι παράγοντες όπως η ηλικία του πάτερα κατά την σύλληψη, το κάπνισμα και η γρίπη κατά διάρκεια της κυήσεως από την πλευρά της μητέρας, πιθανών να αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης της διαταραχής. Τέλος, σημαντικά επιβαρυντικό ρόλο για την εμφάνιση της διπολικής διαταραχής φαίνεται να παίζουν μια σειρά στρεσογόνων γεγονότων στην ζωή των ασθενών. Απ’ αυτά  που μέχρι τώρα γνωρίζουμε, πιθανολογείται ότι ο συνδυασμός γενετικών, περιβαλλοντολογικών και ψυχολογικών παραγόντων αποτελεί μέχρι στιγμής το καλύτερο μοντέλο εξήγησης των αιτιών εμφάνισης της διπολικής διαταραχής.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, τα αίτια που προκαλούν τη διπολική διαταραχή είναι πολυπαραγοντικά και στο ίδιο μοτίβο κινείται και η αντιμετώπιση της. Επειδή η διπολική διαταραχή είναι μια επαναλαμβανόμενη και μακροχρόνια ασθένεια η μακροχρόνια αντιμετώπιση της είναι επίσης απαραίτητη. Η διπολική διαταραχή συνήθως αντιμετωπίζεται πολυφαρμακευτικά με κύριο στόχο την σταθεροποίηση την διάθεσης, άλλα και της αντιμετώπιση των συμπτωμάτων τόσο βραχυπρόθεσμα άλλα και μακροπρόθεσμα. Ένα από τα παλαιότερα και πιο γνωστά φάρμακα που σταθεροποιεί τη διάθεση είναι το λίθιο. Το λίθιο φαίνεται να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της μανίας, επίσης έχει αρκετά καλά αποτελέσματα στην αντιμετώπιση της διπολικής κατάθλιψης άλλα και στην πρόληψη των αυτοκτονιών.

Το μειονέκτημα στη χρήση του λιθίου βρίσκεται στις παρενέργειες του. Αντιεπιληπτικά και αντιψυχωτικά είναι επίσης δυο κατηγορίες φαρμάκων που χορηγούνται από μόνα τους ή σε συνδυασμό με το λίθιο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων εκφάνσεων της διπολικής διαταραχής. Συνήθως τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δεν χορηγούνται για την αντιμετώπιση της διπολικής  διαταραχής γιατί είναι πιθανόν να επισπεύσουν την εμφάνιση ενός μανιακού επεισοδίου ή να επιταχύνουν τις ραγδαίες εναλλαγές της διάθεσης γι’ αυτό η χορήγηση τους γίνεται κάτω από αυστηρές προϋποθέσεις και πάντα μαζί με φάρμακα που λειτουργούν ως σταθεροποιητές της διάθεσης.

Σε ψυχολογικό επίπεδο  η ψυχοθεραπεία  και η ψυχοεκπαίδευση είναι πιθανόν να βοηθήσουν τον ασθενή στην αντιμετώπιση  ψυχοκοινωνικών θεμάτων (εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις) που ίσως λειτούργησαν επικουρικά στην εμφάνιση της διαταραχής. Επίσης η ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο στη διδασκαλία δεξιοτήτων που βοηθούν τους ασθενείς στη διαχείριση και αντιμετώπιση των καθημερινών δυσκολιών όπως αυτές προκύπτουν από τις εναλλαγές της διάθεσης. Ο συνδυασμός της σωστής αντιμετώπισης και ιατρικής φροντίδας βοηθά τον ασθενή να  να κρατήσει τη ζωή του σε μια τροχιά, βελτιώνοντας παράλληλα και την ποιότητα της.

Share...Share on Facebook
Facebook
267

Comments are closed.

Scroll To Top