Δευτέρα , 19 Νοέμβριος 2018
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ
Home » Κλινική Ψυχολογία » Aγοραφοβία
Aγοραφοβία

Aγοραφοβία

Ένα από τα χαρακτηριστικά που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την φυσική ανάγκη του ανθρώπου να ζει με άλλους συνάνθρωπους του είναι ο προσδιορισμός του ως ‘κοινωνικό ον’. Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι ο άνθρωπος είναι ‘φύσει πολιτικόν ζώον’ δηλαδή ότι ο άνθρωπος περισσότερο από κάθε άλλο είδος έχει την ανάγκη να ζει μέσα σε οργανωμένες κοινωνικές δομές (πόλεις) παραμερίζοντας την ατομικότητα και τον απομονωτισμό με αποτέλεσμα να δημιουργεί αυτό που εννοούμε σε γενικές γραμμές, ανθρώπινο πολιτισμό.

Είτε λοιπόν από φυσική ανάγκη, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, είτε από επιλογή ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων διαβιεί σε πόλεις. Οι αποστάσεις, είτε κάποιος βρίσκεται εντός πόλεως ή ακόμη και εκτός, έχουν ελαχιστοποιηθεί αν προσθέσουμε και την τεχνολογική εξέλιξη (έξυπνα κινητά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης) τότε η έμφυτη κοινωνικότητα του ανθρώπου θα έπρεπε να ανθεί έχοντας τόσα μέσα που την διευκολύνουν. Παρόλα αυτά όλο και περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν την μοναξιά, την απομόνωση αλλά και την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας και μέσα σ ’αυτό το περιβάλλον βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μια σειρά από διαταραχές που αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη των υγιών κοινωνικών δεξιοτήτων του ανθρώπου. Μια απ’ αυτές τις διαταραχές είναι η Αγοραφοβία .

Η Αγοραφοβία χρησιμοποιήθηκε ως ονομασία το 1871 από τον Γερμανό νευρολόγο Westphal για να περιγράψει τα συμπτώματα άγχους έναντι των ανοιχτών χώρων που εμφάνιζαν κάποιοι από τους ασθενείς του. Συγκαταλέγεται στις διαταραχές άγχους και το όνομα της παραπέμπει στο φόβο της Αγοράς δηλαδή ενός ανοικτού μέρους, παρόλα αυτά αποτελεί μια συνθέτη διαταραχή η οποία εμπεριέχει μια σειρά από καταστάσεις οι οποίες λειτουργούν φοβικά και αποφεύγονται. Η Αγοραφοβία λοιπόν στηρίζεται σε ένα δυσλειτουργικό μηχανισμό αποφυγής όπου συγκεκριμένες καταστάσεις, ανοιχτά (δημόσια) ή κλειστά μέρη από τα οποία η διαφυγή εκλαμβάνεται ως δύσκολη, προκαλούν δυσανάλογο φόβο-άγχος το οποίο με την σειρά του εγείρει αισθήματα δυσφορίας και μερικές φορές πανικού.

Ο αγοραφοβικός όταν απομακρύνεται από την ζώνη ασφάλειας που έχει ορίσει, δυσκολεύεται να συμμετάσχει σε δραστηριότητες ή να εκπληρώσει ακόμη και τα πιο απλά καθήκοντα, όπως να σταθεί στην ουρά του σινεμά ή μιας τράπεζας, να χρησιμοποιήσει τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς (λεωφορείο, πλοίο, αεροπλάνο κτλ.), να βρεθεί σε ένα κλειστό μέρος όπως ένα θέατρο ή σε ανοιχτό μέρος, όπως μια πλατεία. Πολλές φορές δυσκολεύεται να βρεθεί σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον άλλον. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο αγοραφοβικός να αποφεύγει όλες εκείνες τις καταστάσεις οι οποίες πιθανόν να του προκαλέσουν δυσφορία (ταχυπαλμία, εφίδρωση, ζάλη, τρόμο, στομαχικές διαταραχές ή πόνο στο στήθος) και να περιορίζεται όλο και περισσότερο στην ασφαλή του ζώνη με σοβαρό αντίκτυπο τόσο στην προσωπική όσο και στην επαγγελματική του ζωή. Είναι σύνηθες για κάποιον που πάσχει από Αγοραφοβία να απομονώνεται από την οικογένεια και τους φίλους του, να φοβάται ότι δεν τον στηρίζει κανείς καταβαλλόμενος συγχρόνως από τις ενοχές υπερβολικής εξάρτησης προς τους άλλους με αποτέλεσμα αρκετές φορές να αρνείται να βγει από το σπίτι.

Στην περίπτωση της Αγοραφοβίας όπως και σε όλες τις ψυχικές διαταραχές η διάγνωση πρέπει να γίνεται από ειδικούς επαγγελματίες Ψυχικής υγείας, έχοντας συγχρόνως αποκλείσει τυχόν δευτερεύουσες Ιατρικές καταστάσεις που μπορεί να επιτείνουν ή ακόμη και να μιμούνται συμπτώματα ψυχικών διαταραχών . Το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών 5 (Μετάφραση Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσας) προσδιορίζει τα εξής κριτήρια για την διάγνωση της Αγοραφοβίας {300.22(F40.00)}:

Α. Έκδηλος φόβος ή άγχος για δυο (ή περισσότερες) από τις ακόλουθες πέντε καταστάσεις:

  1. Να χρησιμοποιεί τα μέσα μαζικής μεταφοράς (π.χ., αυτοκίνητα, λεωφορεία, τρένα, πλοία, αεροπλάνα).
  2. Να βρίσκεται σε ανοικτούς χώρους (π.χ., χώροι στάθμευσης, αγορές, γέφυρες).
  3. Να βρίσκεται σε κλειστούς χώρους (π.χ., μαγαζιά , θέατρα, κινηματογράφοι).
  4. Να στέκεται στην ουρά ή μέσα σε πλήθος.
  5. Να είναι μόνος έξω από το σπίτι.

Β. Το άτομο φοβάται ή αποφεύγει αυτές τις καταστάσεις λόγω των σκέψεων ότι η διαφυγή μπορεί να είναι δύσκολη ή μπορεί να μην υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια σε περίπτωση ανάπτυξης συμπτωμάτων τύπου πανικού ή άλλα συμπτώματα ανικανότητας ή συμπτώματα που θα τον ντροπιάσουν (π.χ., φόβος ότι θα πέσει πάνω σε ηλικιωμένους, φόβος ακράτειας).

Γ. Οι αγοραφοβικές καταστάσεις σχεδόν πάντα προκαλούν φόβο ή άγχος.

Δ. Οι αγοραφοβικές καταστάσεις αποφεύγονται ενεργά, απαιτούν την παρουσία ενός συντρόφου ή υπομένοντα με έντονο φόβο ή άγχος.

Ε. Ο φόβος ή το άγχος είναι δυσανάλογος με τον πραγματικό κίνδυνο που δημιουργείται από τις αγοραφοβικές καταστάσεις και με το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο.

ΣΤ. Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή επιμένουν και διαρκούν τυπικά για 6 μήνες ή περισσότερο.

Ζ. Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή προκαλούν κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική, ή άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας.

Η. Εάν είναι παρούσα μια άλλη σωματική κατάσταση (π.χ., φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, νόσος Parkinson) ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή είναι σαφώς υπερβολική.

Θ. Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή δεν εξηγείται καλύτερα από τα συμπτώματα άλλης Ψυχικής Διαταραχής – για παράδειγμα τα συμπτώματα δεν περιορίζονται στην ειδική φοβία, στον Καταστασιακό Τύπο, δεν αφορούν μόνο κοινωνικές καταστάσεις (όπως στην Κοινωνική Αγχώδη Διαταραχή) και δεν σχετίζονται με Ιδεοψυχαναγκασμό ( όπως στην ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή), αντιληπτά ελαττώματα ή ατέλειες στη φυσική εμφάνιση (όπως στη Σωματοδυσμορφική Διαταραχή), υπενθυμίσεις τραυματικών γεγονότων (όπως στη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες) ή στον φόβο αποχωρισμού (όπως στη Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού).

Συχνά η Αγοραφοβία συνυπάρχει με την Διαταραχή πανικού γι’ αυτό και στην προηγούμενη έκδοση του Διαγνωστικού εγχειρίδιου (DSMIVTR) η Αγοραφοβία συνδεόταν διαγνωστικά και με την Διαταραχή Πανικού, ενώ στην πρόσφατη έκδοση κάθε μια από αυτές τις δυο διαταραχές έχει αυτόνομα κριτήρια χωρίς βέβαια η μία να αποκλείει την ύπαρξη της άλλης.

Στην Διεθνή Ταξινόμηση Νόσων (ICD-10, F40.0), την οποία περιμένουμε σύντομα να αναθεωρηθεί, η Αγοραφοβία προσδιορίζεται ως εξής:

Μια αρκετά καλά καθορισμένη ομάδα φοβιών που περιλαμβάνει τον φόβο εξόδου από την οικία, εισόδου σε καταστήματα, πολυπληθείς χώρους και δημόσιους χώρους, ή μετακίνησης του ατόμου μόνου του μέσα σε τρένα, λεωφορεία ή αεροπλάνα. Η διαταραχή πανικού αποτελεί σύνηθες χαρακτηριστικό τόσο των παρόντων όσο και των παρελθόντων επεισοδίων. Καταθλιπτικά και ψυχαναγκαστικά συμπτώματα και κοινωνικές φοβίες είναι επίσης συχνά ως συμπληρωματικά χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια αποφυγής της φοβικής κατάστασης συχνά προεξάρχει, και μερικοί αγοραφοβικοί βιώνουν λίγο άγχος επειδή κατορθώνουν να αποφύγουν τις φοβικές τους καταστάσεις.

  • Αγοραφοβία χωρίς ιστορικό διαταραχής πανικού
  • Διαταραχή πανικού με αγοραφοβία

Επιδημιολογικά όπως έχουμε αναφέρει, υπάρχει υψηλή συννοσηρότητα μεταξύ Αγοραφοβίας και Διαταραχής πανικού χωρίς να αποκλείεται και η συνύπαρξη της με άλλες διαταραχές όπως την Κοινωνική Αγχώδη Διαταραχή, την Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, τη Μείζωνα Καταθλιπτική Διαταραχή, την Επιμένουσα Καταθλιπτική Διαταραχή. Η Αγοραφοβία μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικιακή ομάδα, αν και συνήθως εμφανίζεται μεταξύ 20 και 30 ετών σε άνδρες και γυναίκες όπου οι γυναίκες φαίνεται τουλάχιστον στατιστικά να υπερτερούν ως προς την εμφάνιση της.

Τα ακριβή αίτια της Αγοραφοβίας μέχρι στιγμής αποτελούν ένα μυστήριο και αυτό γιατί απ’ ότι φαίνεται υπάρχουν πολλαπλοί παράγοντες και μηχανισμοί οι οποίοι δρουν συνδυαστικά στην εμφάνιση της. Την τελευταία δεκαετία οι έρευνες έχουν επικεντρωθεί στην ανακάλυψη γενετικών παραγόντων που συντελούν στην εμφάνιση ψυχικών διαταραχών, στην περίπτωση της Αγοραφοβίας υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Αγοραφοβικοί κουβαλούν μια γενετική κληρονομιά που πιθανόν να τους καθιστά περισσότερο επιρρεπείς στην ανάπτυξη φοβίας και άγχους. Αυτό όμως που πρέπει να γίνεται κατανοητό όταν μιλάμε για γενετικό υπόβαθρο σε στοιχεία της προσωπικότητας είναι ότι αναφερόμαστε σε τάση και όχι σε προκαθορισμένη συμπεριφορά.

Σε βιολογικό επίπεδο ο νευρολογικός μηχανισμός “μάχης ή φυγής” φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην Αγοραφοβία αλλά και σε άλλες Αγχώδεις διαταραχές. Ο μηχανισμός αυτός προετοίμαζε σωματικά τους προγόνους μας να αντιμετωπίσουν τυχόν κίνδυνους μέσα από την διαδικασία της μάχης ή της φυγής. Στους Αγοραφοβικούς αυτός ο μηχανισμός πιθανόν να δυσλειτουργεί, παράγοντας υπερβολικές αντιδράσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα. Επίσης βιοχημικές και ορμονικές ανισορροπίες του εγκεφάλου και του σώματος φαίνεται ότι λειτουργούν επικουρικά στην ανάπτυξη Αγοραφοβικών συμπτωμάτων. Ένας άλλος πολύπλοκος νοητικός μηχανισμός, αυτός της χωροταξικής αντίληψης φαίνεται να παίζει και αυτός ρόλο στην εμφάνιση της Αγοραφοβίας. Η χωροταξική αντίληψη είναι η ικανότητα του ανθρώπου να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του, τα αντικείμενα που περιέχονται σε αυτό, την σχέση μεταξύ των αντικειμένων αλλά και μεταξύ των αντικειμένων και του ιδίου. Αυτή η σύνθετη ικανότητα αναπτύσσεται στην παιδική ηλικία και στη περίπτωση των Αγοραφοβικών φαίνεται ότι αυτή η νοητική λειτουργία πιθανόν να μην αναπτύσσεται επαρκώς.

Ξέχωρα από την γενετική κληρονομιά του καθενός και τους διάφορους βιολογικούς μηχανισμούς οι εμπειρίες που αποκομίζει ο κάθε άνθρωπος κατά την διάρκεια της ζωής του αποτελούν και αυτές με την σειρά τους ένα από τα βασικά συστατικά στην εμφάνιση της Αγοραφοβίας. Παιδιά που εκτίθενται επανειλημμένως σε στρεσογόνα γεγονότα, όπως η απώλεια ενός γονέα ή όταν έχουν υποστεί το άγχος αποχωρισμού ως βρέφη και νήπια καθώς και άλλων τραυματικών εμπειριών, έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν Αγοραφοβία ως ενήλικες. Το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο ζει και μεγαλώνει το παιδί επιδρά και αυτό σε σημαντικό βαθμό σε εκείνα τα στοιχεία της προσωπικότητας που συνδέονται με την Αγοραφοβία, όπως παιδιά που έχουν μεγαλώσει σε ένα υπερπροστατευτικό περιβάλλον με ψυχρούς και αυταρχικούς γονείς που θέλουν να έχουν τον έλεγχο ή παιδιά των οποίων οι γονείς παρουσιάζουν συμπεριφορές αποφυγής, συνιστούν και αυτά με την σειρά τους πιθανές αιτίες που μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση της Αγοραφοβίας.

Στην περίπτωση της Αγοραφοβίας υπάρχουν αρκετές θεραπευτικές παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν αναλόγως της έντασης και οξύτητας των συμπτωμάτων. Στόχος της θεραπείας είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενή. Ψυχοθεραπευτικά μια από της βασικές παρεμβάσεις είναι η συμπεριφοριστική Θεραπεία Έκθεσης. Σε αυτό το είδος θεραπείας ο ασθενής εκτίθεται όντας βρισκόμενος σε μια κατάσταση χαλάρωσης σε αγχώδεις και φοβικές καταστάσεις ξεκινώντας ιεραρχικά από τις λιγότερο φοβικές προς τις περισσότερο και μέσα από τον συστηματική απευαισθητοποίηση τα αγχογόνα ερεθίσματα αποσυνδέονται από το αρνητικό τους φορτίο και συνδέονται με αυτό της χαλάρωσης. Ιδανικά αυτή η παρέμβαση θα πρέπει να γίνεται in vivo (έκθεση σε πραγματικές καταστάσεις) ή αν δεν είναι δυνατόν μπορεί αυτή η διαδικασία να γίνει μέσα από την φανταστική έκθεση. Μερικές φορές ο ασθενής είναι πιθανόν να μην μπορεί να απομακρυνθεί από την ζώνη ασφάλειας του για αυτό είναι θεραπευτικά αποδεκτό ο ειδικός να επισκεφθεί τον ασθενή στο χώρο του. Εναλλακτικά η χρήση υπολογιστών σε ένα είδος εικονικής Θεραπείας Έκθεσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη τεχνικών αυτοβοήθειας από τον ασθενή υπό την καθοδήγηση του ειδικού, φαίνεται να εχει θετικά αποτελέσματα.

Ένα άλλο είδος θεραπείας η οποία χρησιμοποιείται ευρέως το τελευταίο καιρό είναι αυτό της Γνωστικής-Συμπεριφοριστικής Θεραπείας. Σε αυτό το είδος θεραπείας συνδυάζονται τα στοιχεία της γνωστικής (τροποποίηση αρνητικών προτύπων σκέψης) και συμπεριφοριστικής θεραπείας η οποία φαίνεται να είναι αποτελεσματική όταν η Αγοραφοβία συνοδεύεται από πανικούς.

Άλλα είδη θεραπείας όπως η εκπαίδευση θετικής δυναμικής παρουσίας, η βιοανάδραση, οι ομάδες και τα υλικά αυτοβοήθειας, η υιοθέτηση ενός υγιούς τρόπου ζωής που περιέχει άσκηση και σωστή διατροφή (χωρίς αλκοόλ και καφεΐνη), μπορούν και αυτά με την σειρά τους να βοηθήσουν στην μείωση του άγχος και στην ανακούφιση των συμπτωμάτων της Αγοραφοβίας.

Φαρμακευτικά η Αγοραφοβία μπορεί να αντιμετωπιστεί με διάφορα είδη φαρμάκων όπως οι επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (φλουεξετίνη, παροξετίνη, σερτραλίνη κ.α.) με στόχο την βελτίωση της διάθεσης και των συνεπειών του άγχους. Τα φάρμακα που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία δεν παρουσιάζουν υψηλή τοξικότητα, όμως τυχόν παρενέργειες όπως ναυτία, ζάλη, αυπνία-υπνηλία, ξηροστομία, δυσκοιλιότητα, σεξουαλική δυσλειτουργία αλλά και μια σειρά από άλλες μπορεί να εμφανιστούν κατά περίπτωση. Δευτερευόντως, για τον έλεγχο του άγχους μπορεί να χρησιμοποιηθούν μια κατηγορία φαρμάκων που ονομάζονται βενζοδιαζεπίνες (αλπραζολάμη, κλοναζεπάμη) για σύντομο διάστημα καθώς υπάρχει ο κίνδυνος εξάρτησης από την μακροχρόνια χρήση. Επίσης βήτα αναστολείς (προπρανολόλη) μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την σταθεροποίηση των καρδιακών ρυθμών.

Η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να χορηγείται από ψυχιάτρους κατά περίπτωση έτσι ώστε να επιφέρει τα καλυτέρα αποτελέσματα με τις λιγότερες τυχόν παρενέργειες. Σε πολλές περιπτώσεις ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής φαίνεται να εχει τα καλυτέρα αποτελέσματα. Η Αγοραφοβία αποτελεί μια σύνθετη διαταραχή η οποία μπορεί να είναι προσωρινή ή χρόνια, τα συμπτώματα της μπορεί κατά περιόδους να υποχωρούν όμως χωρίς την κατάλληλη θεραπεία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

 

 

Share...Share on Facebook
Facebook
337

Comments are closed.

Scroll To Top